Κυριακή, 7 Απριλίου 2013

#FAIL in love

Οnline κούκλος, offline πανούκλος. Αυτό.

Μόλις είχα ανακαλύψει το Τwitter. Που σημαίνει ότι έπαιρνα το smartphone ακόμη και στην τουαλέτα, γιατί απλώς δεν μπορούσα να χάσω ούτε ένα tweet από όλα αυτά τα συναρπαστικά που μοιράζονταν όσοι ακολουθούσα. Ανάμεσα στη real time ενημέρωση για το πώς ο Mr και η Mrs Kutcher κρατούσαν το γάμο τους ζωντανό (πάνε κι αυτοί) και στην ανοιχτή γραμμή με την πολιτικο-κοινωνική πραγματικότητα μιας χώρας σε αναβρασμό, είχα βρει τον τρόπο να χωρέσω χίλια δυο πράγματα ακόμη. Όπως το φλερτ. Με ένα από τα –ας πούμε– πρώτα ονόματα
στη μαρκίζα του εγχώριου star-twitter-system. Κομμένος ο γέλωτας, παρακαλώ. Facebook, Myspace (πού το θυμήθηκες αυτό), Τwitter, όποιος έχει υπάρξει έστω και για λίγο χρήστης μέσου κοινωνικής δικτύωσης γνωρίζει ότι πάντα υπάρχει μια μαρκίζα και κάποιοι σφάζονται για να δουν το όνομά τους σ’ αυτήν.


Αμένσιοτο

Το δικό μου φλερτ λοιπόν ήταν ένας Όσκαρ Γουάιλντ από τα Κάτω Πατήσια, που με τη δύναμη της ατάκας του έκανε τα πλήθη να παραληρούν. Είχε φανατικούς followers, που σκίζονταν να αναπαράγουν κάθε ατάκα του, που έβαζαν καρδούλες στις φωτογραφίες του στο instagram, ακόμη κι αν αυτές έδειχναν το λάστιχο του ποτίσματος που είχε στο μπαλκόνι του, σε άτεχνο close-up.


Ένιωσα κολακευμένη όταν με έκανε #ff (= Follow Friday: όταν ένας χρήστης του Τwitter συστήνει στους followers του να ακολουθήσουν έναν άλλο χρήστη). Ένιωσα περιέργεια όταν μου έστειλε το πρώτο DM (= direct message) σε μια προφανή προσπάθεια να μου πιάσει ψιλοκουβέντα. Ένιωσα έξαψη όταν είδα δημοσίως ένα tweet του που αποτελούσε «κλείσιμο ματιού» μόνο σ’ εμένα. Στο νιοστό «κλείσιμο ματιού» σκέφτηκα ότι καλό το διαδικτυακό φλερτ, αλλά άμα δεν τον μυρίσεις τον άλλο, φλερτ δεν υφίσταται. Κι έτσι, του έδωσα να καταλάβει ότι το πολύ το καλημέρα-καληνύχτα το βαριέται κι ο παπάς. Αφού μια χαρά τα λέγαμε από μακριά, μήπως να τα λέγαμε κι από κοντά;

Reality Check

Πήγα στο ραντεβού μας κρατώντας μικρό καλάθι. Κι ας έλεγε ο συχωρεμένος ο Όσκαρ Γουάιλντ (o κανονικός): «Μόνο οι ρηχοί άνθρωποι δεν κρίνουν από την εξωτερική εμφάνιση». Θα άφηνα τον εαυτό μου να γοητευτεί και εκ του σύνεγγυς από το σπινθηροβόλο πνεύμα αυτού του άντρα, για το οποίο είχα αδιάσειστες αποδείξεις. 10.000 tweets κι ανέβαινε, μεταμεσονύχτια chat που με άφηναν να ονειρεύομαι κουβέντες ενδιαφέρουσες, επικοινωνία που πηγαίνει πέρα από την αμήχανη σάχλα της πρώτης συνάντησης.

Με την πρώτη ματιά πείστηκα ότι αυτή μου η προσέγγιση ήταν και η πρέπουσα για την περίσταση. Το εξώφυλλο δεν ήταν –ας πούμε– αντάξιο του περιεχομένου, αλλά ποιος νοιάζεται όταν υπάρχει επικοινωνία; Έπνιξα το «εγώ νοιάζομαι!» που σχηματίστηκε στο μυαλό μου και μου θύμισα ότι δεν είχα πάει εκεί για να συναντήσω έναν ωραίο άντρα, αλλά έναν άντρα που με είχε γοητεύσει με το πνεύμα του.

Φευ! Άφαντο και το περί ου ο λόγος πνεύμα. Λες και είχε στραγγίξει όλο στο Τwitter. H ώρα κύλησε με κοινοτοπίες και σχόλια περιστρεφόμενα αποκλειστικά γύρω από το ποιος έκανε ποιο tweet. «Μα τους 3.538 σου followers», ήθελα να φωνάξω, «πες κάτι ενδιαφέρον, κι ας πεθάνω». Όμως, εκείνος έδειχνε άνετος μέσα σε αυτό το σουρεαλιστικό σκηνικό. Ένας πνευματικός ογκόλιθος του ελληνικού Τwitter, που λες και μου έκανε χάρη που με δεχόταν σε ακρόαση. Σαν να έπρεπε εγώ να κάνω παιχνίδι. Αυτός δεν είχε κάτι να αποδείξει. Αποφάσισα να γυρίσω σπίτι μόνη, κρατώντας άδειο το μικρό μου καλάθι.

Τοο cool to be true

Όλο αυτό θα ήταν ένα ατυχές περιστατικό, που θα σβηνόταν ταχύτατα από τη μνήμη μου, αν απλώς κρατούσα την εμπειρία για τον εαυτό μου. Όμως, σε μια εποχή που η μισή μας κοινωνικοποίηση γίνεται online, αρκεί να πεις «facebook» για να καταλάβεις ότι κάθε profile και καημός, κάθε poke και δάκρυ. Κάθε κορίτσι έχει να πει και μία ιστορία για έναν υπερ-cool virtual εραστή, που αφού την τσάκισε στα like και στα Youtube links με νόημα, στην πραγματικότητα αποδείχτηκε πιο ανιαρός κι από μποτιλιάρισμα στην Εθνική, με το ραδιόφωνο να παίζει Αθλητική Κυριακή.

Η άποψη της Κατερίνας, μιας φίλης που πάντα ανακαλύπτει πρώτη το νέο social media place-to-be, είναι πως «Τα social media είναι η εκδίκηση του βαρετού συμμαθητή. Ξέρεις, εκείνου που απλώς έπιανε χώρο στις σχολικές φωτογραφίες. Σήμερα με ένα smartphone μπορεί να είναι όσο χαρισματικός και ατακαδόρος δεν ήταν ποτέ σε αληθινό χρόνο, μπροστά σε αληθινούς ανθρώπους, διευρύνοντας τον κύκλο του ως εκεί που αντέχει να πληκτρολογεί».
Αυτός ο εκδημοκρατισμός της δημοτικότητας δεν είναι και τόσο κακή ιδέα τελικά, σκέφτομαι ακούγοντάς την. Αν η δημοφιλία που αποκτάς μέσω των social media σε κάνει να βγάλεις από μέσα σου την κρυμμένη σου δυναμική και να ξεπεράσεις τη φυσική σου συστολή, πού είναι το κακό; Η Κατερίνα με επαναφέρει σε μια λιγότερο ιδεατή πραγματικότητα.

Epic Fail

Το δικό μου φιάσκο μάλλον είναι ο κανόνας παρά η εξαίρεση. Ο βαρετός συμμαθητής που αποκτά κοινωνική υπόσταση μέσω μιας επιτυχημένης online παρουσίας, εννιά φορές στις δέκα αδυνατεί να την υποστηρίξει εκτός δικτύου. Παρ’ όλα αυτά θα τον δεις μπροστά σου στα καλύτερα πάρτι, με όμορφα κορίτσια κρεμασμένα από το μπράτσο του, υπερήφανα που συνοδεύονται από τον @Τάδε-έχω 3.000 followers-και-20 Retweets-τη μέρα.
Κι αυτό είναι για μένα ένδειξη ότι η ζωή έχει διεστραμμένο χιούμορ. Όταν η φίλη μου η Γεωργία ξεκίνησε να βγαίνει με έναν από αυτούς τους ξεκάθαρα not fun (και οπωσδήποτε έτη φωτός μακριά από οποιαδήποτε εκδοχή του good-looking) τύπους, δεν κρατήθηκα και τη ρώτησα τι του έβρισκε. «Μα», μου είπε, «δεν ξέρεις ότι ο Κώστας τα είχε πριν από μένα με το μισό Τwitter;». «Το ξέρω και το βρίσκω ένα πολύ κακό αστείο που πρέπει να σταματήσει». «Εντάξει, δεν είναι όμορφος ούτε πολύ ενδιαφέρων, αλλά αυτά που γράφει είναι πολύ αστεία». Ο όχι όμορφος και καθόλου ενδιαφέρων Κώστας χώρισε προ ημερών τη Γεωργία για μια πολύ όμορφη φανατική του follower. Και το κακό αστείο συνεχίζεται.
Online Peer Pressure

Αν η δημοφιλία κάποιου στα social media αποτελεί αφορμή για να τον προσέξεις, ο λόγος για να μείνεις μαζί του είναι η γοητεία που σου ασκεί στην πραγματική ζωή. Κι αυτό είναι ανεξάρτητο από το πόσες χιλιάδες άνθρωποι θεωρούν hilarious αυτά που επιλέγει να μοιράζεται πίσω από την ασφάλεια της οθόνης του.

Put the blame on me, boys

Ποτέ δεν φταίει η διαδικτυακή περσόνα. Τη δουλειά της κάνει, μια μάσκα είναι με σκοπό να γοητεύσει. Μάλλον φταίει εκείνος που επιθυμεί διακαώς να γοητευτεί. Ούτε το Μέσο φταίει. Πάντα θα υπάρχει ένα Μέσο (σήμερα το Τwitter, πιο παλιά τα blogs, ακόμη παλιότερα το Mirc), στο οποίο θα καταφεύγουμε ψάχνοντας για λίγη συντροφιά τα βράδια που γυρνάμε κουρασμένες από την καθημερινότητα και το σπίτι είναι άδειο, οι φίλοι μας στους δικούς τους καναπέδες κι ο πρίγκιπας απών.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου